Translate

Κατερίνα Ν. Θεοφίλη ''Ο ΤΟΙΧΟΣ'' β' έκδοση

Κατερίνα Ν. Θεοφίλη ''Ο ΤΟΙΧΟΣ'' β' έκδοση

Τρίτη 14 Μαΐου 2013


Κατερίνα Ν. Θεοφίλη

Ο ΤΟΙΧΟΣ

18 Ποιητικές συνθέσεις 1992, οριστική αφαιρετική μορφή 2002
ζωγραφική Χρήστος Ν. Θεοφίλης


Ο ΤΟΙΧΟΣ ΕΝΔΙΑΜΕΣΩ ΚΕΝΟΥ
Ο τοίχος ήταν ένα άδειο τοπίο - έγλυφε εγκαύματα σοβά.
Μάζευε δακτυλικά αποτυπώματα πεθαμένων και πόρνες σκιές
ανοίγοντας διαλόγους ερμητικά κλειστούς
                                σαν παιδικές ψυχώσεις.

Ο τοίχος άρρωστος κι αθώος στο ενδιάμεσο του κενού.
 μ’ ένα ρολόγι ονείρου για μάτι
έδενε τα κορδόνια του σκοταδιού ολόγυρά του
                                κι έξυνε βήματα.

Ο τοίχος που αγαπούσε το δωμάτιο
και το κοίμιζε σαν ελαφρύ φίδι στο ενδιάμεσο του κενού,
πήρε την απόφαση ν’ ανοίξει τις συλλογές των σπλάχνων του
κι ήταν απαράδεκτο, όμως, άλλο δεν υπήρχε σ’ αυτές
 παρά ένα στουπί παγωμένο στον γύψο
και ξέφτια από τσουβάλια τσιγγάνων
που άλλοτε γέμιζαν ως πάνω πατάτες κι άλλοτε γουρουνοκεφαλές
-          με την γουρουνοκεφαλή κάμνεις πηχτή, φτάνει να’ χεις λαχανικά και μαγεμένη χύτρα·
έτσι, για να ξεύρεις κι από χρήση πτωμάτωΝ

Ο τοίχος που αγαπούσε το δωμάτιο
κι ήταν ένα άδειο τοπίο στο ενδιάμεσο του κενού,
που μάζευε πόρνες σκιές κι έξυνε βήματα,
έπεσε ολάκερος πάνω στην καρδιά μου.
Μα το χειρότερο δεν ήταν πως πέθανα
αλλά το ότι πέρασε από μέσα μου κι εγώ μέσα απ’ αυτόν.

Ο ΤΟΙΧΟΣ ΑΠΟΓΡΑΦΕΑΣ ΠΤΩΜΑΤΩΝ
Μια εποχή, ο τοίχος έκανε απογραφή πτωμάτων.
Ηλεκτρονικές νεκροφόρες ανοιγόκλειναν
και γάντζωναν τα νεκρά μάτια απ’ τα πέτα.
Ύστερα μέτρησε τα κομμένα πόδια της μνήμης
και μύρισε στο στήθος μου ακινησία.
Προσθεσε στην λίστα τα αχτένιστα κεφάλια των σκιών
και τα τυφλά νεογνά των όρκων.

― Τα λύτρα να πληρωθεί ο Θάνατος.

Με το κεφάλι σκυφτό απ’ το βάρος ενός καπέλου
μια σκιά υποκρινόταν πως πέθαινε.
Ολόγυρα ένας λευκός χειμώνας
αγόραζε ηλεκτρικές φωνές για πουλιά
κι έντυνε μ’ αδράνεια το μεγάλο χαμόγελο της ειρωνείας.

Η σκιά τής σκιάς
φαρδιά σαν νεκροπάπουτσο
κτυπούσε με το χνούδι της αυλόπορτες ονείρων∙
ξεσηκώθηκαν οι νεκροί μου!
Μισοκοιμισμένο ένα κλάμμα γκρίνιαζε για τα κανδήλια
γιατί τα έσβηναν οι αγέρηδες
και σε τόσες νυχτόφλουδες
δεν έβλεπαν τα μάτια των πεθαμένων τα μάτια τους.

Ο τοίχος κι η σκιά που υποκρινόταν πως πέθαινε
έγιναν ένα.

Τα μάτια δεν βλέπουν τα μάτια.
Μια ανάπηρη πολυθρόνα γλυστράει στα κύτταρα
και πάνω της ο έρωτας με τα χέρια κλωνάρια σπασμένα
κι ένα χωμάτινο δέρμα για την κηδεία!

Χώμα βαρύ που φιλούν γυμνοσάλιαγκες κι ακέφαλο χαμομήλι.

Ένας λευκός Χειμώνας μέσα στον τοίχο έκλαιγε
με κοστούμι που μύριζε ακόμα μοναξιά ναφθαλίνης
και τις τσέπες ολόγιομες λύτρα να πληρωθεί ο Θάνατος.
Μα το απλούστερο δεν ήταν πως η σκιά αχτένιστη
έγινε εντοιχισμένη νιφάδα
αλλά το ότι έζησα μέσα σ’ αυτήν κι αυτή μέσα σε μένα.

Ο ΤΟΙΧΟΣ ΜΙΣΘΟΦΟΡΟΣ ΤΗΣ ΤΡΕΛΛΛΑΣ
Ο τοίχος κι ένα χαμόγελο ξιφομαχούσαν μια νύχτα
κι η νύχτα έκλεβε το φεγγάρι απ’ την κόλαση
για να κεντήσει τα τυφλά νεογνά των όρκων.
Το μολυβένιο στρατιωτάκι αγόρασε την υπομονή μου για το παραμύθι
κι η καρδιά μου γαιδουράγκαθο καταμεσίς της Άνοιξης.

Ο τοίχος έλεγε πως ήταν πιο μεγάλος απ’ την καρδιά
και το χαμόγελο πιο μεγάλο απ’ την σιωπή.

Εκείνος ο κρυφός πόλεμος δεν τέλειωσε ποτέ∙
νεοφερμένοι μισθοφόροι της τρέλλλας
άλλοτε σωριάζουν τον τοίχο κι άλλοτε τον υψώνουν
κι ανάμεσα το χαμόγελο
να μαζεύει το κενό απ’ το αδράχτι του πόθου,
να γνέθει τον φόβο για μια κλωστή ονείρου σε γιορτινό παιδικό φόρεμα.

Ο τοίχος και το χαμόγελο ένας κρύος πόλεμος που δεν τέλειωσε ποτέ.

Ο τοίχος έλεγε πως έκρυβε σπέρμα πανικού σε ιστό αράχνης
για να τυλίξει το πτέρισμα της οπτασίας,
και το χαμόγελο πως γνώριζε – έλεγε- καλά, το γαλάζιο φεγγάρι και την πολλή βροχή
για να σώσει την καρδιά του ζητιάνου στους δρόμους.

...κι εκείνος ο κρύος πόλεμος δεν τέλειωσε ακόμη...

Κάποτε ανέλπιδα πηδούν απ’ τα λευκώματα οι παιδικές ζωγραφιές,
τινάζουν μουδιασμένα την χρυσόσκονη
φιλούν το στόμα που γελά κι όταν ματώνει...
Απρόσμενα τα μικρά ξωτικά ξεφεύγουν απ’ το ερμάρι του χρόνου,
λιμάρουν τα χάρτινα νύχια τους και σκάβουν τον τοίχο...

― Γιατί γελάς Κατερίνα;
― Για τον τοίχο κύριε καθηγητά
― Τι έχει ο τοίχος Κατερίνα;
― Τα παιδικά τετράδια κι ένα σάβανο.

Μα το χειρότερο δεν ήταν που έζησα στον πόλεμο κι αυτός μέσα σε μένα
αλλά πως πέθανα χωρίς να με σκοτώσει.

Ο ΤΟΙΧΟΣ ΔΙΑΒΡΩΜΕΝΟΣ
Μέρα βροχής ο τοίχος άνοιξε και μπήκε το κεφάλι του παραμυθιού
με μια σταγόνα αναπνοής στο ράμφος...
Διαβάσαμε μισοσβησμένα για τον γιαννάκη τον μηλοσποριά και το άσχημο παπί και την χρυσή την χήνα...
Τα χριστούγεννα ήταν μουγκά και ταχαμε κρεμάσει απ’ το λαρύγκι...

Πύκνωνε ο ήχος της βροχής κι αρνήθηκε να μας σκεπάσει η μαρκίζα.
Γρήγορα μέσα στον τοίχο να κρυφτούμε!

Γιατί γελάς;
Για τον τοίχο κύριε καθηγητά
Τι έχει ο τοίχος
Το κοριτσάκι με τα σπίρτα κι ένα φέρετρο.

Ο ΤΟΙΧΟΣ ΑΝΤΙΣΤΕΚΕΤΑΙ ΣΤΟ ΠΟΥΠΟΥΛΟ
Ο τοίχος που αγαπούσε το δωμάτιο και το κοίμιζε σαν ελαφρύ φίδι στο ενδιάμεσο του κενού,
κράτησε τους παλιούς γνώριμους
εκείνους που σφίγγουν κλωστή στο λαιμό τους
και κρύβουν ένα τζαζ φεγγάρι στο κερί των αυτιών
και τους άλλους με την λευκή κατάρα στο μανίκι
που μεγαλώνουν μαζί με τους τάφους.

Ανιστόρητες ιστορίες στο δωμάτιο
σαν όπως τα στόρια κινούνται
ζωές
υποχθόνιες ρυτιδώσεις ενός κόσμου που δεν μπόρεσε να πλέξει μαγιοστέφανο
ενός κόσμου ενδομυικώς αυτοκτονούντα...

Ο τοίχος που κράτησε τους παλιούς γνώριμους μες στην αφήγηση της ψευδαίσθησης
εκείνους που χόρευαν ροκ γύρω απ’ τα κόκκαλα τής ελπίδας
και τους άλλους που πυροβολούσαν πάνω της...
Ο τοίχος με τους τοίχους μέσα του...
Ο τοίχος δικός μας.

Ποιός κουβαλά ένα σύμπαν στον ώμο
γεμίζει θησαυρούς του Αλαντίν τις τρυπημένες, τις ισχνές παλάμες της ημέρας;!
Ποιός θέλει να σωριάσει μ’ ένα πούπουλο
τον τοίχο που ανοίγει διαλόγους ερμητικά κλειστούς σαν παιδικές ψυχώσεις;

Ω τα φαντάσματα αργόσυρτα κυλιούνται μες στα βαριά ταξίδια τους.
Αθόρυβες πληγές μέχρι την έξοδο που μένουν – ιπποτικοί επίδεσμοι λυμένοι...

Ποιός θέλει να σωριάσει μ’ ένα πούπουλο
τον τοίχο που νανούρισε τον θάνατο και κοίμισε αισθήσεις;

Μα το ανόητο δεν ήταν πως το πούπουλο προσπάθιησε να σωριάσει τον τοίχο
αλλά που δεν τον σώριασε.

Ο ΤΟΙΧΟΣ ΕΠΙΣΤΡΑΤΕΥΕΙ ΤΑ ΝΥΧΤΟΠΟΥΛΙΑ
Ο τοίχος που αγαπούσε το δωμάτιο
και το κοίμιζε σαν ελαφρύ φίδι στο ενδιάμεσο του κενού
βάζει τα νυχτοπούλια στο χνούδι του σκοταδιού
να τα φιλήσω καταμεσής στα σχισμένα τους χείλη.

Τα νυχτοπούλια με την ευθύνη του θανάτου τους, όμορφα και τρελλλά,
δεν ελπίζουν πως θα κατοικήσουν σ’ ένα καλύτερο ερείπιο,
ούτε πως θα ράψουν στα φτερά τους μια αιωνιότητα αγάπης.
Περνούν από τις στέγες
και χαιρετάνε με δυο σταγόνες αίμα απ’ τα μάτια τους
μαζεύουν καληνυχτίσματα παιδιών
και κεντούν το τυχαίο τους πέρασμα.

Τα νυχτοπούλια ερωτεύονται το ηλεκτροφόρο σύρμα και στέλνουν τους θρήνους τους στα γερασμένα αυτιά των επίορκων,
βυζαίνουν τα ενύπνια των φαντάρων
και παίρνουν απ’ το κασκέτο τους τον άνεμο.
Μαζεύουν ίχνη φεγγαριών
να περιδέσουν την επιδερμίδα της αγάπης
συντάσσουν, με κρωξίματα παράκλησης, επιστολές που δεν μιλούν κι όλα τα λένε.

Τα νυχτοπούλια χαιρετούν με δυο σταγόνες αίμα απ’ τα μάτια τους.
Κανείς ποτέ δεν πληρώνει τα λύτρα των δακρύων τους για τις καταιγίδες του Δεκέμβρη.
Γυρίζουν με το βέλος στην καρδιά τους
ως να σαπίσουν σε μια αδιάβατη χαράδρα.

Ο ΤΟΙΧΟΣ ΕΙΧΕ ΤΟ ΓΚΡΙΖΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΛΥΠΗ
Ώστε ο τοίχος ήταν πιο πολύτιμος από τον ουρανό;!
Γιατί ο ουρανός δεν κλέβει ποτέ τα δακτυλικά αποτυπώματα των πεθαμένων σκιών
ούτε τα φωνήεντα από γέλια γερασμένα, ούτε το γκρίζο από την λύπη!

Ο τοίχος με τα άδεια σπλάχνα του
γεμίζει το σκοτάδι.
Βαστάει τους ήχους.
Βαστάει την αορτή της αμελούς φιγούρας.
Βαστάει την ζωγραφιά της παιδικής μας έκπληξης
και μουσική απ’ το δοντάκι της γριάς στο παξιμάδι.

Παράφωνες μέσα του, ντύνονται ομίχλη κι αγοράζουν περιδέραια νύχτας.
Ποιήματα φυματικά, εν αιμοπτύσει, μέσα του
αγκωμαχούν να επιβιώσουν στις λέξεις.
                                Γέρικη σιωπή πέφτει στην σιωπή και σωπαίνει...
Αδειάζουν τα κάδρα – μελανιάζουν οι ζωγραφιές
το πτώμα αγκαλιάζει πτώματα χρωμάτων...

Ο έρωτας, τσιγγάνος μικρός που κλέβει τα σπίτια
πουλάει αυτοκόλλητα συνθήματα και σιδερένια βατραχάκια.
Άλουστος και ξυπόλητος λαθρεπιβάτης, ξοδεύει το κάλπικο κέρμα της μέρας.
Τσιγγάνος μικρός με ξύλινο χέρι, κλέβει τα μάτια των καιρών,
συλλέγει λέξεις που ξεφτίζουν στον φάκελλο με τα καλά τους φορέματα
μικρές σαβανωμένες νύμφες
τις βυθίζει στον τάφο.
Τόσες ώρες κι εκείνο το σκοτεινό καμιόνι αδειάζει χώμα, κατεβάζει μάρμαρα,
γεμίζει τριγμούς το φεγγάρι
κι ένας τρελλλός ντελάλης απ’ το σύννεφο διαλαλεί πως θα πεθάνουμε πριν ξεντυθούμε τον τοίχο
... κι ο τοίχος γελάει
σαν ύπουλο δάχτυλο στο πιθάρι του ονείρου που έσπασε...

Ήταν πιο πολύτιμος λοιπόν ο τοίχος απ’ τον ουρανό
γιατί ο τοίχος είχε τόσες άδειες θέσεις που γέμισαν θαυμαστικά
κι είχε δικό του το γκρίζο απ’ την λύπη!

Ο ΤΟΙΧΟΣ ΚΙ ΕΝΑ ΜΕΘΥΣΜΕΝΟ ΞΩΤΙΚΟ ΠΑΝΩ ΤΟΥ ΖΩΓΡΑΦΙΖΕΙ...
Μεθυσμένο ξωτικό με σκούφο κίτρινο, δαγκάνει τον τοίχο.
Ζωγραφίζει με το υγρό του ρουθούνι στο ασάλευτο:
ορθάνοιχτη αυλόπορτα, διψασμένο σκύλο, παιδί με χρυσόμυγα στον σπάγγο.

Τι μεγάλη ζωγραφιά
στο υφάδι των ματιών ράβει τον κάλυκα
για να στοχεύσει κάποτε στους κούφιους σπονδύλους του κόσμου.
Α, πιο εύθυμος γίνεται ο τοίχος
αλλά δεν χωρά ο κόσμος από την τόση χαραμάδα του
δεν χωρά η άβυσσος απ’ αυτήν την έξοδο...

Πώς ήταν ο καιρός
φασόλι τομηρό που σκάζει μες στο παραμύθι
ούτε απ’ τους μαστρωπούς, ούτε και απ’ τους νεκρούς τα γυαλισμένα τους παπούτσια δεν αφαίρεσε...

Κοίταξε όπου θες..
Η θυμωμένη σκόνη σε τυλίγει
αν και το φως με το κασμίρι του, μουδιάζει στο φέρετρο.
Ρόγχοι.
Πόσο ατέλειωτο το τέλος;! Πόσο ατέλειωτο!
Γιατί τα πτώματα δεν μοιάζουν μεταξύ τους
κι άλλο πουλήθηκε πολύ κι άλλο ολιγότερο.
Τι κι αν υπάρχει το στοιχειό ακόμα στο ερείπιο
και πέρα δώθε συμαζεύει την ακαταστασία των θυμήσεων,
η καρδιά ακόμα είναι το αθόρυβο φάντασμα που γνέθει πέπλα οργής για τους γδαρμένους ώμους του εφιάλτη.

Τι πιο πολύ σε τρόμαζε – δεν ξέρεις
κι ο εφιάλτης, όποιος κι αν ήταν, αρωματίζει τις παλάμες του
μισθώνοντας ορχήστρες για έναν θάνατο.

Ο τοίχος δικός μας.
Ε, κανείς δεν γνώρισε το έμπιστο σκυλί του Οδυσσέα
κι όσοι ήλθαν υπήκοοι
έμοιαζαν μάλλον πειρατές
όπου στολίζοντας τα άγρια μάτια των Ιθαγενών
εξ επαφής τα πυροβόλησαν.

Ο τοίχος ήταν ο φίλος μας
στόλιζε την γκριμάτσα μας με αναμονές...
σκίτσων διατριβές σε παιδικά τετράδια
ξερά χειροκροτήματα που ξέφυγαν των τάφων.,


Εικόνα πνιγμένη – κλωνάρι αιώρας που έσπασε...
Ορίστε τώρα... οι αλήθειες όπως μας τις έμαθαν
άλλο δεν κάνουν απ’ το να λένε στους λυπημένους Δον Κιχώτες
πως το όμορφο γυαλιστερό τους κράνος, ήταν μονάχα η τσίγκινη λεκάνη του κουρέα!

Ο ΤΟΙΧΟΣ ΜΙΑ ΕΠΙ ΤΟΠΟΥ ΣΤΡΟΦΗ
Τοίχο – τοίχο μια άκρη άφωνη, κυκλικά τεθλασμένη.
Ακροβατούν βραχιόλια αστεριών
εικόνες σε σακούλες πλαστικές που τις φουσκώνει ο αέρας.
Σμικραίνουμε!
Χαρτοκάραβο μ’ έναν παράλυτο επιβάτη.
Χώρεσαν όλα τα κενά μες στο κενό!

Τοίχο – τοίχο τραυμάτων μια άκρη άφωνη για το κυκλάμινο
καταδιωκόμενο από χιόνι
σε ριψοκίνδυνη αξιοπρέπεια στην άκρη της χαράδρας.
Μπα... δεν μιλά για αυτοκτονίες, δεν πολεμά για τα μεγάλα οράματα, δεν σχεδιάζει μετακινήσεις, ούτε ζηλεύει τους ήχους του ολέθρου.
Μένει εκεί- μικροκαμωμένη ακινησία να διαβάζει τον άνεμο.

Και τα μάτια μας μια άκρη
τυφλά περιθώρια σελίδας:
                                πάνω στην ζωή την έξω απ’ την άκρη
πάνω στο χιλιοστό το έξω από εμάς,
πάνω στη γη την έξω απ’ τα μάτια μας.

Ο τοίχος με τις γιρλάντες τις επικήδειες
κι ένα φεγγάρι λαμαρίνας που αντιγράφει την βροχή
ο τοίχος – μια επιτόπου στροφή
χιτώνιο κρύο από λέξεις , α, φλυαρήσαμε... χωρίς επικλήσεις.
Με μια άκρη κενό – ο τοίχος
χώρεσαν όλα στο κενό!
Ένθετο ουρλιαχτό στον τοίχο
μαζί με το πρησμένο άρωμα των ζουμπουλιών ολόγυρα απ’ τα μνήματα.
Σκλάβο σκυλί – μαύρο σκυλί, ορφανό χνούδι του κόσμου!

Σε θάλαμο αερίων
σκλάβο σκυλί
φύλαγε το σχισμένο του τσαντίρι
άηχα ντέφια και κορεσμό από στάχτη.
Στάχτη θα είναι το αιώνιο στρωσίδι μας – να κοιμηθούμε...

Καλό ταξίδι γιατί δεν πήγα πουθενά
Καλή συγκομιδή γιατί πολύ αγωνίστηκα για ένα κιούπι χώμα.

Ο τοίχος με την κομψή του άβυσσο
μόνιμος ηδονοβλεψίας του κενού μας
μόνιμος κάτοικος της απραξίας μας...

Ε, όχι πάει πολύ να υποκρίνομαι τον δολοφονημένο κύκνο
γιατί πολύ επέζησα και σκότωσα!
Γέμισα τις φωτιές κόκκαλα όρκων κι ιδεών και μούμιες υποσχέσεων.
Στην κρύα γραμμή της ειρωνείας τσάκισα κνήμες.
Αρκεί ως εδώ- ο δρόμος ήταν ασυνήθιστα εύκολος.
Το παλιό πεύκο γονάτισε πριν από μένα
η ηχώ των πουλιών βαλσαμώθηκε στην πόλη, πριν από μένα,
τα παιδικά μου μάτια τυφλώθηκαν πριν τυφλωθώ.
Ο τοίχος δικός μου!
Με ευεργέτησε με ένα φόρεμα για τον τάφο από ανθεκτικές κλωστές – να μην αναστηθώ ποτέ.
Α, έτσι, άφησε κι ένα ραδιενεργό μπάλωμα ευδιάκριτο στο στήθος ε, για να διαμαρτύρομαι αιώνια...

Σαν δεν ντρεπόμαστε να λέμε πως νικήσαμε την ουτοπία
επειδή και μόνο εκπορνεύσαμε τις ψευδαισθήσεις μας.
Σαν δεν ντρεπόμαστε να λέμε πως ξέρουμε καλά τα περί ελευθερίας
με τα φυλακισμένα πουλιά στα μπαλκόνια μας και τα ευνουχισμένα ζώα σε ακριβές αλυσσίδες.
Τα λουλούδια μας δεν είχαν ποτέ άρωμα προσδοκίας
ταφοκρέββατα πλήξης...
χώρεσαν όλα τα κενά μες στο κενό!
Η μάσκα είναι το παλιό μας δέρμα
ως προστατευτική της θνησιμότητας.
Στα ξόβεργα πολλά φτερά βρήκαν την φυλακή τους,
αν δεν τραγούδησα ήταν γιατί γνώριζα τα τραγούδια...

Όποιος νόμιζε πως μπορεί, τόλμησε να φοβίσει την φωτιά με στάχτη!
Ναι, έτσι... κάτοικοι ανακτόρων, μανδύα, τήβεννο, γάντια λευκά, άλλλογα τρελλλά για τις ιπποδρομίες της δόξας
καταδικάσαμε τους αυλικούς, αγοράσαμε γελωτοποιούς, δολοπλοκήσαμε κατά του θρόνου.
Ρυθμίζω την πτώση μου!
Χώρεσα σε όλα τα κενά απ’ το κενό!

Γιατί γελάς;
Γιατί όσο κι αν προχώρησα δεν βρήκα το σημείο, όσο κι αν παραμίλησα δεν βρήκα τον αντίλαλο
όσο κι αν ξιφομάχησα, δεν βρήκα τον εχθρό...
Γύρισα με την σκόνη του ζητιάνου στα τσίνορα

Ο ΤΟΙΧΟΣ ΚΛΕΙΣΤΑ ΑΝΟΙΧΤΟΣ
ΚΑΙ ΟΜΟΡΦΟΣ ΣΑΝ ΤΟΙΧΟΣ
 Ο τοίχος ήταν ένα άδειο τοπίο από πάντα που για πάντα θήλαζε τον κρύο μαστό της ανίας
από πάντα για πάντα
κούρνιαζε, μωρό αναιμικό, στην ποδιά του τίποτα.
Να κι εγώ... έμεινα εκεί
σαν το αυστηρό ξεροκάλαμο του βούρκου, σαν το έντρομο σκιάχτρο σε καραφλό χωράφι.
Καμμιά φορά οι βρισιές, κοινωνικοί λειτουργοί με παρηγορούν για τα μικρά γαρύφαλλα στο φυτολόγιο
και τον μηλοσποριά που φύτεψε τόσες μηλιές στο παραμύθι...
Έχω και μια γεροντοκόρη τρέλλλα να θέλει να παντρευτεί την ανθρωπότητα
τί να της κάνω; με τι να την προικίσω;
όλες οι εικόνες μου κάτω απ’ την άσπρη πέτρα
κι ένα σωρό συνθήματα, χωρίς μελάνη, πάνω
μη χειρότερα! Πώς χώρεσε ο τοίχος τούς τόσους τοίχους μέσα του;!

Ο τοίχος δικός μας!
Βιαστικά, με το σακίδιο της τύχης γεμάτο όλεθρο,
γλυστρούσαμε στα νυχτερινά δρομολόγια της πάχνης.
Οι άλλοι, οι παλιοί γνώριμοι κι εγώ χωρίς εγώ αλλά ως καίσαρας σε τριήρη που δεν φεύγει
σκλάβο φτερό που κυρτώνει σε ποιήματα
-          τι είναι πια αυτά τα ποιήματα που μπήκαμε ως τα ρουθούνια μέσα;! –
-         λέξεις τρυφερές σαν μάγουλα νιογέννητου
-         λέξεις τραυλές σαν σαγόνι παράλυτου...

Μολυβένιε στρατιώτη πυροβόλησε
ντύσου – ντύσου- ντύσου την αυτοκτονία μου
Ισχνός απ’ την λάμπα πηδάει ο θάνατος
κάθε βράδυ μου κλείνει το μάτι
μου ψιθυρίζει πως θα κλείσει τους ιριδισμούς της άνοιξης έξω απ’ την γη
και μια βαριά κουκουβάγια με το σπαθί του τέλους
θα γεμίσει τον σάκο του χρόνου με πτώματα.

ώχουμου.. έχω τόσες αναμνήσεις
με πέτρες, με αίματα, με κραυγές....
καημένο παιδί άντε να μεγαλώσεις, άντε να ξεχάσεις
καλό να γίνεις κι άκακο... πφ!
Ο εφιάλτης στην κάμερα τρυπούσε τα μάτια
τρέξε κοντορεβυθούλη να σωθείς
το τοπίο καίγεται
ο θάνατος ληστεύει το χώμα – αδηπόκηρος...ναι.
Δεν θα προφτάσει ο έρωτας να γεννηθεί έξω απ’ την συμφωνία του..
τί λες εκεί; όλοι θα τρέξουν να τακτοποιήσουν την μοναξιά τους, τα σπίτια τους προ πάντων, τα ψεύτικα χαμόγελα στα βάζα...
Ο Θάνατος ένα αποσιωπητικό που επαναλαμβάνεται.

Με το κοντάρι καρφώνω τα μάτια των σπλάχνων
τυφλά τα μαζεύω σαν δαχτυλίδια απ’ την λάσπη.
Μάτια σπλάχνων που δεν είδαν ποτέ.

Τί πάλλεται στην άκρη των σκιών;
Αναβοσβήνει το φως ένα σχιάχτρο αχυρόμορφο.
Το κομπολόγι της πλήξης χτυπάει το φάντασμα.
Χάντρες έρωτα σε σχισμάδες υπονόμων.

Ο καθυστερημένος ήχος μιας φυσαρμόνικας ευνουχίζει την καρδιά μου
τώρα πρέπει να πηγαίνω...
βήματα μεγάλα – βήματα λευκά
Να πηγαίνω έξω απ’ την πόλη, έξω απ’ τον κήπο.
Να προστατεύω τον αέρα μέσα στο δέρμα, να τον κρύβω στα δάχτυλα
κι εκείνος να πέφτει πιο γρήγορα κι απ’ την βροχή.

Τώρα πρέπει να πηγαίνω
ο αέρας κίτρινος με περιμένει με ολοκαίνουργιο σμόκιν – τι χλωμός!

Ο τοίχος δικός μου!
Ολόγυρα στάχτη απ’ το μικρό κλαδί της όξας
κι ο άνεμος με λίγη οσμή από πέλματα δρομέα.

Έβρισε κι ο χειμώνας την άκρη
και το σερβάν έβρισε το λικέρ...
βρισιές πουτάνες απλήρωτες, σημαδεμένες, πιωμένες
εκλιπαρούν τον νταβατζή τους θάνατο στα καλτερίμια του πόνου...
Θα χωρέσει μια μαστρωπή ανθρωπότητα εκεί μέσα
θα χωρέσει το τίποτα εκεί μέσα
κι όλα τα σπίτια σπέρματα των νόμων θα παραβούν τις αντοχές τους κάποτε...
Θα χωρέσει στις βρισιές ο δούλος θεός τόσων δούλων
το πλαστικό τριαντάφυλλο κι ο κρονόληρος ήλιος
εκτός απ’ τα σπουργίτια, το κυπρί της πέτρινης στάνης και το παιδί με την χρυσόμυγα στο σπάγκο – αυτά θα σωθούν για πάντα.

Όμορφος τοίχος! Όμορφος σαν τοίχος!
Κλειστά ανοιχτός:
αιδοίον επαγγελματικό ή τάφος που τυμβωρυχάται

Ο ΤΟΙΧΟΣ ΥΨΩΘΗΚΕ ΑΠΟ ΜΙΚΡΟΧΕΡΑ ΠΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣΑΝ ΖΩΓΡΑΦΙΕΣ ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΝ
 Ο τοίχος, τα απογεύματα υγρός
κλαίνε παιδιά τρελλλά κι αναπηρίες μέσα του.
Ώστε δεν ήταν τα πήγματα του μίσους που το σήκωσαν;
Ήταν κλάμματα – γι’ αυτό κάποτε είναι τόσο διάφανος
τόσα κλάμματα – γι’ αυτό κάποτε είναι τόσο κρύος.

Δεν ήταν το μίσος που το στόργευσα σαν μεγαλώσει να το ντύσω πεζοναύτη
να πάει να πολεμήσει τους ανθρώπους που το γέννησαν.
Ήταν μια χούφτα κόλλυβα στο κλάμμα ανάκατα,
που σήκωσαν τον τοίχο
κι εκείνα τα μικρόχερα, τα δαχτυλάκια τα άνυχα, που διπλωνόντουσαν ανυπόφορα επάνω στο θρανίο.
Τα πέτρινα χεράκια του παραμυθιού
που δεν τα άγγιξαν
χέρια ετοιμοθάνατης ψυχής, από λεμόνι.

Τον τοίχο σήκωσαν μικρόχερα του λεμονιού
γι’ αυτό μυρίζει όμορφα πάντα η υγρασία του,
γι’ αυτό χαϊδεύει πάντα όμορφα ο τοίχος τόσους τοίχους!

Ο τοίχος τα απογεύματα, υγρός
σχίζεται
δάχτυλα άνυχα ανοίγουν
παλάμη κόβεται στα δυό...
 χέρια ετοιμοθάνατης ψυχής από λεμόνι
κρύβουν παραμύθια στο ένα το καλό σακκάκι κάθε χρόνου

Μια ζωγραφιά παρακαλώ, μια ζωγραφιά ακόμη:
Η τομαρού το δαχτυλίδι κρύβει στο ζυμάρι.
Το γυάλινο βουνό και κάποιο μαγεμένο χαλινάρι
Πινόκιο το ξύλινο του δάκρυ που γελάει
Ει χοπ – ει χοπ ο θυμωμένος νάνος Ρουμπελτίσκιν ουάου... πηδάει...

Μια ζωγραφιά παρακαλώ, παρακαλώ:
Η άπληστη γυναίκα του ψαρά που έγινε αυτοκράτειρα από μονάχα ένα ψάρι.
Ο Γαργαντούας στα λάχανα τρώει τους καλογήρους.
Η χήνα η χρυσή που σ’ ένα χρυσοπούπουλο κόλλησε τόσους κλέφτες
Το άσχημο παπί που αγάπησε πολύ πριν να πεθάνει.

Ο τοίχος τόσο υγρός
σαν εκείνο το χώμα που σκέπασε ως πάνω
τα χεράκια από λεμόνι....
Μικρόχερα ετοιμοθάνατης ψυχής
κρύβουν τα παραμύθια στο σακκάκι του χρόνου.

Αν κλέψουν τα παραμύθια απ’ τα μάτια
τα μάτια απ’ το παραμύθι
ο θάνατος θα μοιάζει με τον θάνατο
ο θάνατος θα’ναι άχρηστος σαν θάνατος

Ο ΤΟΙΧΟΣ ΣΤΗΝ ΣΟΦΙΤΑ
ΛΑΘΡΑΝΑΓΝΩΣΚΕΙ ΣΠΕΡΜΑΤΑ
Ο τοίχος στην σοφίτα!
Ένα κόκκινο φως επιδεικνύει σπέρματα.
Με τόσα ονόματα η σοφίτα, αχτένιστο κλάμμα σφυρίζει.
Κόκκινο φως που στολίζει σπέρματα.
Με τόσα ονόματα η σοφίτα χωρίς όνομα.
Κρυφτούλι απόψε παίζει η πόλη με το χιόνι.

Γίγαντες και Τιτάνες
κι ένα χαρτονόμισμα –σαϊτα παιδική- στην είσοδο του πανδοχείου.
Ακρίβηνε πολύ ετούτη η φτώχεια...
Βότκα με φυστίκια και κανδηλέρια μάτια που ριγάνε με σιωπή.
Γίγαντες και τιτάνες από ανάγκη κι ένα ποίημα ιδρυματικό κάθεται σ’ ένα κουτάκι βέρες.

Σοφίτα ανειδίκευτων οραμάτων και γελωτοποιών.
Μπράβο, μπράβο. Να παντρευτούνε τα παιδιά, στην μοναξιά και στην υποκρισία να αποκατασταθούνε, όλοι το κάναμε... καλά ήταν... πλουτίσαμε! Αμέ! Κάναμε το κουμάντο μας σε μερτικά...
Κόκκινο φως που στολίζει σπέρματα.
Γίγαντες και Τιτάνες και πήλινες φωνές.

Ήρθαν ή όχι τα καλλικατζαράκια απ’ το τζάκι;
Πόσες φορές στο κούτσουρο να λέει η φλόγα σ’ αγαπώ;
Πόσες στιγμές ο θάνατος ακόμα θα αναβάλλει;

Αυτά και κάμποσο κρύο
Αυτά κι ολίγα Χριστούγεννα...

Ο τοίχος στην σοφίτα
με πράσινη ταπετσαρία σαν να εξοστράκισε στην μούχλα!

Τι να έγιναν οι παλιοί μας φίλοι; Πώς πέθαναν;
Μπαίνοντας με το κεφάλι στον τοίχο;
Κάπως έτσι... με το κεφάλι στον τοίχο!

Ο ΤΟΙΧΟΣ ΤΡΕΛΛΛΟΣ ΠΕΝΘΕΙ ΤΙΣ ΕΙΚΟΝΙΤΣΕΣ ΤΩΝ ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΝ
Ο τοίχος που αγαπούσε το δωμάτιο και το κοίμιζε σαν ελαφρύ φίδι στο ενδιάμεσο του κενού,
μάζευε σελίδες παραμυθιών που χόρευαν
εικονίτσες με νάνους που αγάπησε
εικονίτσες με πρόσωπα στραβά, μάτια τρελλλά που αγάπησε...

Χίλια δύο παραμύθια στο αδράχτι μου...
Α, εικόνες μου, ποιός σας έσφαξε; ποιός σας εξαγόρασε;
Εικόνες αλλόκοτων παραμυθιών που έγραψε ο τοίχος
Δύστυχα πλάσματα της όμορφης ασχήμιας, σας αγάπησε ο τοίχος! Σας αγάπησε!

Ο τοίχος δικός μου!
Από εδώ ξεκινούν οι λόφοι...

Γνέθονται λέξεις με χνότο από κλοφέν στο ακροχείλι
Η τελευταία σφαίρα κτύπησε ανάμεσα στα μάτια
και τα γεράκια άρρυθμα καρφώθηκαν στο αίμα.
Ο θάνατος μου αργός σ’ ένα φθαρτό σχοινί της ειμαρμένης.

Ο τοίχος στον μαγεμένο ορίζοντα
όμορφος και τρελλλλός
χορταίνει την υγρασία του.

Ο τοίχος
αγρίμι που επιτίθεται από φόβο
και υψώνεται.

Ο ΤΟΙΧΟΣ ΗΤΑΝ ΤΟ ΑΔΙΕΞΟΔΟ ΤΗΣ ΚΑΤΑΠΑΚΤΗΣ ΤΟΥ ΦΡΕΝΟΚΟΜΕΙΟΥ
Ο τοίχος που φύλαξε τους τοίχος μέσα του
κι αγαπούσε δακτυλικά αποτυπώματα των πεθαμένων σκιών,
ακούει την φωνή που πέφτει στο παιδικό βιβλίο:
«Στην γωνίτσα κόκκινο το αναμμένο τζάκι, τούφες χιόνι πέφτουνε στο παραθυράκι...»

― Διάβαζε πιο καθαρά.
― «Στην γωνίτσα κόκκινο το αναμμένο τζάκι...»
― Διάβαζε πιο δυνατά.
― «Στην γωνίτσα κόκκινο το αναμμένο τζάκι, τούφες χιόνι πέφτουνε στο παραθυράκι!»
― Διάβαζε πιο μελωδικά.
― «Στην γωνίτσα κόκκινο το...»
― Πιο δυνατά, πιο καθαρά, πιο μελωδικά!
― ... Ίγκι ,ίγκι το γουρούνι το ’ριξαν μες στην φωτιά
η Χιονούλα κι η Ροδούλα χόρεψαν με την αρκούδα...
― Α, μα αυτό το παιδί είναι τρελλλό!

Χόρεψα με την νιφάδα. Ναι εγώ.
Να μια γκάιδα ακούγεται στο άσπρο.
Νιφάδες από εκεί που δεν κοιτάς... χαρτάκια.. κομμάτια αναπνέουν...
Δεν διάβασα πιο δυνατά, πιο καθαρά. Κι η μελωδία έσπασε στο δόντι.
Διάβασα όπως ήθελα
ίγκι , ίγκι το γουρούνι το 'σπρωξαν μες στην φωτιά
ίίίγκι, ίίίγκι το γουρούνι στο μαχαίρι
θα ζεσταθώ απ’ το λίπος του
Βραστό στη χύτρα με γεώμηλα και πετροσέλινο.... να δηλητηριαστούμε.
ίίγκι, ίίίγκι το γουρούνι απ’ την ουρά τραβώντας
ίίγκι, ίγκι το γουρούνι μες στη γούρνα
ροδαλό κι αθώο ίίγκι, ίίίγκι.
Πάνε... σβήνουν οι φωτιές τού ανθρώπου
αστείες φρίκες τού ανθρώπου – πάνε φεύγουν...

Μα το χειρότερο δεν ήταν που το τρελλλλό παιδί ερωτεύτηκε την καταπακτή του φρενοκομείου
το χειρότερο ήταν
πως η καταπακτή είχε αδιέξοδο τον τοίχο.

Ο ΤΟΙΧΟΣ ΥΠΟΔΕΧΕΤΑΙ ΤΟΥΣ ΝΕΚΡΟΥΣ ΠΟΥ ΠΑΝΤΑ ΕΠΙΣΤΡΕΦΟΥΝ
Ο τοίχος πιο μεγάλος απ’ τον νεκροθάλαμο
-γιατί γυάλιζε νεκροπάπουτσα κι έκλεβε ανέμους-
δεν άφησε το παραμύθι, στο αδράχτι του χρόνου να τελειώσει
ασημένια κλωστή μονολόγου το τυλίγει στην αράχνη..

Εύθυμοι γίγαντες, μπεκρήδες νάνοι
ανεβαίνουν στην νύχτα...
Κανδήλι η μνήμη γλύφει τις σκιές....

Η μνήμη... κρινάκι του λόφου που κλαίει μαζί με την ευλυγισία του ανέμου
κι όλο παραμιλά στο βραχνό λαρύγκι του αιώνα...
Ύστερα θα ξεχάσεις, ύστερα...

Ξέρω πως κλαίνε οι νεκροί
γιατί γυρνούν σε ακατάστατα δωμάτια
κι ούτε ένα χέρι παιδικό δεν τους κερνά γλυκάνισο ψωμί που τους αρέσει...
Ξέρω πως κλαίνε οι νεκροί
καθώς γυρίζουν πάντα σε αδιάφορα πρόσωπα, ακατοίκητα.
«Γιατί – ρωτάνε- δεν ξεσκονίσατε την θέση μας, κι αυτόν τον άνεμο από πίσω μας δεν τον φιλέψατε μια χούφτα αγάπη;»

Το ξέρω, κλαίνε οι ψυχές
καθώς γυρίζουν πάντα ανάμεσα μας
με τις σπηλιές στα μάτια τους ολόφωτες
«Γιατί –ρωτάνε- απ’ την κηδεία μας, μετά πεθάναμε;»

Το ξέρω κλαίνε οι ψυχές
και πρέπει να ντύσω το σπίτι παράνυμφο θανάτου...
να’ ναι ζεστά και καθαρά όταν θα έρθει ο επόμενος νεκρός, ο κουρασμένος...
Ένα φλυτζάνι σοκολάτα, ένα μπισκότο
ως το πρωί που δραπετεύουν τα φαντάσματα
κι ένα φιλί που έπεσε στο πλάι από το φέρετρο...

Ο ΤΟΙΧΟΣ ΒΡΑΧΙΟΝΙΣΤΗΡ ΤΟΥ ΠΕΝΘΟΥΣ
Αν γίνεις τοίχος – θα μείνεις τοίχος!
Ούτε ληστής Θεός – ούτε ζητιάνος άνθρωπος!
Αν γίνεις τοίχος, θα μείνεις τοίχος!

Δεν μπορείς να τα ’χεις όλα
τα βλέφαρα του φεγγαριού σε μια σκιά στο βήμα σου
κι άλλοτε, έναν τάφο στην δόξα.
Δεν μπορείς να φυτεύεις το κορμί σου στο χώμα
κι άλλοτε, να αγοράζεις αετόφτερα μεγάλου ταξιδιού.
Δεν μπορείς να αντιγράφεις τα τρελλλά παιδιά που φιλούν μάγουλα πεθαμένων
κι άλλοτε να γερνάς μες στους καθρέφτες.
Ούτε μπορείς να συλλέγεις τα παλιά νομίσματα του χρόνου
κι άλλοτε να ξοδεύεις χειραψίες ολοκαίνουργιες σε ανθρώπους...

Αν ζήσεις τοίχος – θα πεθάνεις τοίχος!
Με ένα κομμάτι κιμωλίας θα γράφεις πάνω σου
«Κακός είναι οιωνός η πραγμα-τοποίηση του ονείρου»*

Όμορφος τοίχος – αμετάβλητος.
Όμορφος σαν αδέσποτο σκυλί που αλυχτά κι ακολουθεί, αφοδεύοντας, τα φέρετρα. 
Όμορφος τοίχος – βραχιονιστήρ του πένθους
για ναυαγούς που χάθηκαν και γλάρους

Ο ΤΟΙΧΟΣ ΚΥΝΙΚΟΣ ΕΞΩΜΟΤΗΣ
Ο τοίχος που απολιθώνει το κλαμμα της αρμόνικας
και ντύνεται σπάργανα εφιάλτη
κι ολο’ένα στολίζει αγιογραφίες από κρεματόρια
και κλεβει απ’ το μυτερό κάστρο του παραμυθιού, λίγο κερί κι έναν άσπρο μάγο,
ο τοίχος
δεν μ’ αφήνει να προσευχηθώ τις Κυριακές
κι ας είναι εκείνες οι καμπάνες σαν έρωτας γρύλλων.
Ο τοίχος, μου λέει πως η πέτρα προσκυνά την γη
κι οι Άγγελοι είναι όμορφοι μόνον για τις ψυχές των πεθαμένων.
Ο τοίχος, με την παράγκα καρποστάλ σ’ ακέφαλη πινέζα
και το κίτρινο φύλλο της πτώσης στο υγρό του ηλιοτρόπιο,
διαλύει ειρωνευόμενος, την τάξη προς χάριν της ανακαίνισης.

Να αποχωρίσουν οι παλιοί νεκροί – λέει
να αγαπήσουμε και τους καινούργιους.
Δηλαδή;
Δηλαδή να αυξήσουν τοις αυτοκτονίες οι ιδεολογίες, να εγκαταλειφθούν οι έρωτες, τα γονίδια σε καυστικό οξύ, η πόλη να προσκυνήσει είδωλο από καίσιο, να ασβεστωθεί η επανάσταση, να διαλυθεί η τάξις προς χάριν της ανακαίνισης!

Ναι... Θα κλειστώ στον τοίχο
έξω, ο κόσμος θα διαλύει την τάξη προς χάριν της... ανακαίνισης.
Θα πεθάνουν όλα εκεί έξω
να σώσω το τρελλλλό παιδί με τα παραμύθια τουλάχιστον.

Ο ΤΟΙΧΟΣ ΚΑΙΣΑΡ ΠΕΘΑΝΕ ΩΣ ΚΑΙΣΑΡ
Κάθε άνοιξη το τυφλό χελιδόνι έφερνε λάσπη.
Κάθε χειμώνα το λευχαιμικό παραμύθι έφερνε άβυσσο.
Κάθε καλοκαίρι το ταφόβιο τριζόνι έφερνε ήχο.
Κάθε φθινόπωρο το κουτσό φύλλο έφερνε υγρασία.

Με χυμένα τα μάταια κοιτούσα πώς έκτιζαν μέσα μου βιαστικά 
σαν δούλοι της μοίρας μου,
             να σηκώσουν τον τοίχο.

Με λυμένα τα μάτια τα είδα όλα!
Ολάκερο μυαλό ένα τραύμα διαμπερές και ζούσα...

Κι όταν επιτέλους είδα τον τοίχο στο ενδιάμεσο του κενού
φόρεσα στα δόντια τις νάρκες μου - ανατινάχθηκα με τις αναμνήσεις.
Από τότε μοιάζω με έγκλημα ιδιαζόντως απεχθές.
Συλλέκτης φαντασμαγορικής απέχθειας για τον ηλιόλουστο περίπατο.
Σφάχτης αιμοσταγής των φεγγαριών – των πλάνητων ερώτων.
Εκτελεστής και βιαστής τόσων αβίαστων
εξαθλιώνω το άθλιο σύμπαν
τρίβω τις χούφτες με χαρά σε κάθε τέλος ! Α! ξεμπέρδεψα πάλι!
Πού να κοιμάται η καρδιά μου;
Πού κοιμούνται οι ύπνοι να τους ξυπνήσω;
Κάθε άνοιξη, χειμώνα, καλοκαίρι, φθινόπωρο, πού κοιμάται η ζωή;
Κάθε ζωή, κάθε ήχο, κάθε χρώμα, κάθε δευτερόλεπτο πού κοιμάται το χώμα;
Κάθε χώμα, κάθε στάχτη, κάθε τίποτα πού κοιμάται το μικρό μου το κάτι;

Σπασμένη λήκυθος το πρόσωπό μου, τις τελευταίες νύχτες, μου δείχνει αρχέγονα σύμβολα.
Πήλινο αλογάκι καλπάζει στις φλέβες του αιθέρα.
Άθεα μάτια μου! Τα πιστέψατε όλα!
Άθεα μάτια – τρελλλά, τα είδατε μέσα στον τοίχο όλα!

Βηματίζω στον τοίχο.
Κίτρινα βήματα
σαν να έχουν σκοτώσει
νύχτες φαρμακείων, 
χημικές μνήμες, 
φάρμακα νεκροτομερίου,
αυτόχειρες φωταγωγούς
οστεοσυσκευασίες αγγέλων, 
γάντια κατάκοιτα, 
χανσενικές αξιοπρέπειες,
βαρβιτουρικά σωματικής αγωγής, 
αναμονές νεκροθαλάμων, 
νεκροψίες οραμάτων, 
ονόματα πολυθρόνας,
αφηρημένες παντόφλες, 
παξιμαδάκια πλήξης, 
ειρωνικές αναθυμιάσεις,
παράλυτες λογικές, 
βόγγους παραμυλητών, 
ανώνυμες επωνυμίες.

Γιαννάκης ο Μηλοσποριάς χορεύει με σκιούρους
κατσαρόλι στο κεφάλι κι ένα σάκο με σπόρους μηλιάς.
Καημένο παραμύθι...
Καλλίτερα μια χούφτα κάστανα κι ένα ψημένο καλαμπόκι
ξέρω πολλά για να τα πω στον επισκέπτη σάβανο...
ξέρω πολλά για να τον ξεγελάσω...

Χάρη, χάρη φώναζαν στον Καίσαρα οι αρένες των ονείρων
Χάρη! Μην τον σκοτώσεις. Όχι ολόκληρο στα θηρία. 
Τουλάχιστον χάρισε του τα πόδια του να τρέξει
χάρισε του τα χέρια του να γράψει ένα μεγάλο γράμμα στις αισθήσεις του

Καίσαρ σε τριήρη που δεν φεύγει
μαζεύω τα φωνήεντα των παραμυθιών.
Το μήνυμά μου σμικρύνεται σαν όπως ένα θαυμαστικό σε είδηση φόνου.
Οιυ... δεν περιμένω σινιάλο απ’ το τσεμπέρι του κόσμου.
Είμαι ο τοίχος μου!
Τόλμησα το ταξίδι μου με τις πληγές μου στόματα ανοιχτά
Είμαι στον τοίχο μου – κοίτα... ξέρεις άλλο καλλίτερο υπόστεγο γαλήνης;
Είμαι ο τοίχος μου κι ας είχα και μικρόχερα από άρωμα λεμόνι...
τόλμησα την διαστολή του χρόνου στην κλεψύδρα μου
σαν όπως αγνοημένος διακονιάρης που μεγαλώνει τον καιρό στην συντομία του.
Είπα πολλά να ξεγελάσω τον επισκέπτη σάβανο... πολλά και όχι έξυπνα...

Φθάνω ... τσιγγάνα παράφωνη ψευδίζει την μοίρα..
ψέμματα θα σου πει για ένα τσιγάρο...

Τρελλό παιδί με την χρυσόμυγα στον σπάγκο
αθλοδρομώ στον τοίχο
Μόνος στο άναρχο δάσος – κι ας καίγεται-
κυκλοφορεί ο Λύγκος ελεύθερα.

Χάρη, χάρη
φώναξαν τα ούλα των αφηγήσεων
μα ο Καίσαρας σκοτώθηκε ως Καίσαρας!

.... Τώρα μπορείτε να φορτώσετε τα μπάζα αυτού του τοίχου...
πάλι καλά να λέτε, που πέφτοντας, κανέναν σας δεν πλάκωσε....


                                   Κατερίνα Ν. Θεοφίλη